navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πολικός

πολικός

ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που σχετίζεται με έναν ή και με τους δύο πόλους της γήινης σφαίρας, (φρ.) «πολική απόσταση», η γωνιακή απόσταση ενός ουράνιου σώματος από τον ουράνιο πόλο, «πολική ημέρα / νύκτα», διάστημα έξη μηνών με συνεχή ημέρα ή νύκτα διαδοχικά στην περιοχή των Πόλων, «πολική γωνία / θάλασσα / περιοχή / ροή (ηλεκτρολ.)», «πολικές περιοχές», η Αρκτική και η Ανταρκτική, «πολικό σέλας», φωτεινό ουράνιο φαινόμενο που παρατηρείται στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας και είναι ορατό κυρίως στους πόλους, «πολικός σταθμός», κτηριακή εγκατάσταση σε περιοχή των Πόλων για επιστημονικές παρατηρήσεις, «βόρειος πολικός αστέρας», ή Polaris [διεθνής ονομασία] ή Αστέρι του Βορρά, το λαμπρότερο άστρο που βρίσκεται στην άκρη της ουράς του αστερισμού της Μικρής Άρκτου, «πολικό μέτωπο / οροπέδιο / ρεύμα», «πολικός αέρας» ή αρκτικός αέρας, «βόρειος πολικός κύκλος», ή Αρκτικός κύκλος, «Νότιος πολικός κύκλος», ή Ανταρκτικός κύκλος, «πολικές συντεταγμένες»
  2. (φυσ.) αυτός που σχετίζεται με τους πόλους ενός μαγνήτη ή κάποιας ηλεκτρικής στήλης.

Ετυμολογία

< πόλ(ος) + -ικός.

Παράγωγα

πολικότητα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολικός», σσ. 681-682. https://navalhistory.gr/lexiko/πολικοσ/