πτώση
η, ουσ.
- πέσιμο από πάνω προς τα κάτω
- (φυσ.) η κίνηση που κάνει ένα σώμα υπό την επίδραση του βάρους του
- πέσιμο, συνήθως λόγω κάποιας φθοράς, βλάβης, καταστροφής κ.λπ.
- (ηλεκτρολ.) «πτώση της τάσης», διαφορά δυναμικού στα άκρα ενός αγωγού, «πτώση του ρεύματος», διακοπή παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος
- απώλεια της εξουσίας, της δύναμης
- (για μεγέθη) μείωση, ελάττωση της αριθμητικής τιμής
- (μτφ.) ταπείνωση
- (στρατ.) άλωση, παράδοση της πόλης ή του οχυρού
- (γραμμ.) ο καθένας από τους τύπους που σχηματίζουν τα κλιτά μέρη του λόγου εκτός από το ρήμα.
Ετυμολογία
< αρχ. πτῶ(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πτώση», σ. 714. https://navalhistory.gr/lexiko/πτωση/