navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πτώση

πτώση

η, ουσ.

  1. πέσιμο από πάνω προς τα κάτω
  2. (φυσ.) η κίνηση που κάνει ένα σώμα υπό την επίδραση του βάρους του
  3. πέσιμο, συνήθως λόγω κάποιας φθοράς, βλάβης, καταστροφής κ.λπ.
  4. (ηλεκτρολ.) «πτώση της τάσης», διαφορά δυναμικού στα άκρα ενός αγωγού, «πτώση του ρεύματος», διακοπή παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος
  5. απώλεια της εξουσίας, της δύναμης
  6. (για μεγέθη) μείωση, ελάττωση της αριθμητικής τιμής
  7. (μτφ.) ταπείνωση
  8. (στρατ.) άλωση, παράδοση της πόλης ή του οχυρού
  9. (γραμμ.) ο καθένας από τους τύπους που σχηματίζουν τα κλιτά μέρη του λόγου εκτός από το ρήμα.

Ετυμολογία

< αρχ. πτῶ(σις) -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πτώση», σ. 714. https://navalhistory.gr/lexiko/πτωση/