πυκνότητα
η, ουσ.
- η ιδιότητα ή κατάσταση του πυκνού, αντών. αραιότητα
- (φυσ.) ο λόγος της μάζας προς τον όγκο της, αλλιώς το ειδικό βάρος
- (ηλεκτρολ.) «πυκνότητα φορτίου / ρεύματος / ηλεκτρικού / μαγνητικού πεδίου κ.ά.».
Ετυμολογία
< αρχ. πυκνότης, αιτ. -ητα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυκνότητα», σ. 715. https://navalhistory.gr/lexiko/πυκνοτητα/