πήξη
η, ουσ.
(φυσ.) η μεταβολή ενός υγρού σώματος σε στερεό, αντών. τήξη, (φρ.) «θερμοκρασία / σημείο πήξεως».
Ετυμολογία
< αρχ. πῆξις (-σις > -ση).
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πήξη», σ. 661. https://navalhistory.gr/lexiko/πηξη/