χιτώνιο
το, ουσ.
- (στρατ.) κοντό εξωτερικό στρατιωτικό ρούχο, συνών. αμπέχονο, μπουφάν
- (τεχνολ.) προστατευτικά εξαρτήματα σε μηχανικά μέρη, (φρ.) «χιτώνιο κυλίνδρου [γνωστό και ως πουκάμισο] / ατμοκυλίνδρου / ελικοφόρου άξονα / άξονα περιστροφής / κιβωτίου διανομής».
Ετυμολογία
< αρχ. χιτών, - ῶν(ος) + -ιο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χιτώνιο», σ. 918. https://navalhistory.gr/lexiko/χιτωνιο/