πόλο
το, άκλ. ουσ.
- (αθλητ.) παιχνίδι που παίζεται από δύο ομάδες με τέσσερεις έφιππους παίκτες η καθεμία, οι οποίοι χρησιμοποιούν μακριές ράβδους για να στείλουν μια ξύλινη μπάλα στην εστία της αντίπαλης ομάδας
- (αθλητ.) το γουότερ-πόλο [water polo], η υδατοσφαίριση, ομαδικό άθλημα, το οποίο διεξάγεται σε πισίνα, από δύο επταμελείς ομάδες
- (ενδυμ.) βαμβακερή μπλούζα με γιακά και μικρό άνοιγμα στο στήθος με κουμπάκια.
Ετυμολογία
< αγγλ. polo, λ. της γλώσσας Μπάλτι (θιβετιανή διάλεκτος του Κασμίρ), που έχει την έννοια της μπάλας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πόλο», σ. 682. https://navalhistory.gr/lexiko/πολο/