navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πόλο

πόλο

το, άκλ. ουσ.

  1. (αθλητ.) παιχνίδι που παίζεται από δύο ομάδες με τέσσερεις έφιππους παίκτες η καθεμία, οι οποίοι χρησιμοποιούν μακριές ράβδους για να στείλουν μια ξύλινη μπάλα στην εστία της αντίπαλης ομάδας
  2. (αθλητ.) το γουότερ-πόλο [water polo], η υδατοσφαίριση, ομαδικό άθλημα, το οποίο διεξάγεται σε πισίνα, από δύο επταμελείς ομάδες
  3. (ενδυμ.) βαμβακερή μπλούζα με γιακά και μικρό άνοιγμα στο στήθος με κουμπάκια.

Ετυμολογία

< αγγλ. polo, λ. της γλώσσας Μπάλτι (θιβετιανή διάλεκτος του Κασμίρ), που έχει την έννοια της μπάλας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πόλο», σ. 682. https://navalhistory.gr/lexiko/πολο/