πλεκτός
Και: πλεχτός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει γίνει με πλέξιμο
- (ενδυμ.) [το ουδ. ως ουσ.] το πλεχτό, α) το πουλόβερ, β) χειροποίητο εργόχειρο, γ) το δίχτυ.
Ετυμολογία
< αρχ. πλεκτός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλεκτός και πλεχτός», σ. 671. https://navalhistory.gr/lexiko/πλεκτοσ-και-πλεχτοσ/