πόρπη
η, ουσ.

(ενδυμ.) α) εξάρτημα, συχνά μεταλλικό, που ενώνει δύο άκρες, που κουμπώνει ή στερεώνει κάτι, που παίζει διακοσμητικό ρόλο, συνήθως σε ρούχα ή παπούτσια, (λαογρ.) είδος κοσμήματος ειδικά σε ζώνη, συνών. κλειδωτάρι και κλειδωτήρι, κόπιτσα, θηλυκωτήρι, πούκλα και βούκλα, (αρχαιολ.) κόσμημα που συγκρατούσε στον ένα ώμο ή άλλοτε και στους δύο το ένδυμα, περόνη.
Ετυμολογία
< αρχ. πόρπη [= περόνη, καρφίτσα] < πείρω [= τρυπώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πόρπη», σ. 688. https://navalhistory.gr/lexiko/πορπη/