navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πόρπακας

πόρπακας

ο, ουσ.

  1. λαβίδα
  2. (στρατ.) λαβή ασπίδας από λουρί ή μεταλλικό κρίκο
  3. μεταλλικός κρίκος παλαιών πυροβόλων που χρησίμευε για τη στερέωση του σωλήνα του πυροβόλου στο σαμάρι του ζώου που τον μετέφερε.

Ετυμολογία

< αρχ. πόρπαξ < πόρπη + [επίθημα] -αξ, γεν. -ακος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πόρπακας», σ. 688. https://navalhistory.gr/lexiko/πορπακασ/