πίλημα
το, ουσ.
- (ενδυμ.) είδος αδιάβροχου υφάσματος, που ανάλογα το πάχος του νήματος μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε χοντρό ή ημίχοντρο ή λεπτό, λείο ή χνουδωτό, από συμπιεσμένο μαλλί ή τρίχες ζώων, κετσές, τσόχα
- κομμάτι μάλλινου υφάσματος σε κωνικό σχήμα που χρησιμοποιείται στην κατασκευή καπέλων
- (κατ’ επέκτ.) οποιαδήποτε μάζα από ομοειδή ή ετερόκλητα στοιχεία.
Ετυμολογία
< αρχ. πίλημα < πιλέω [= συμπιέζω το μαλλί, το στουμπώνω] < πῖλος [= έριο ή μαλλί που συμπιέστηκε για να κατασκευαστεί το πίλημα, χρησιμοποιούνταν ως εσωτερική επένδυση στις περικεφαλαίες, σε Όμηρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πίλημα», σ. 663. https://navalhistory.gr/lexiko/πιλημα/