navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πίλημα

πίλημα

το, ουσ.

  1. (ενδυμ.) είδος αδιάβροχου υφάσματος, που ανάλογα το πάχος του νήματος μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε χοντρό ή ημίχοντρο ή λεπτό, λείο ή χνουδωτό, από συμπιεσμένο μαλλί ή τρίχες ζώων, κετσές, τσόχα
  2. κομμάτι μάλλινου υφάσματος σε κωνικό σχήμα που χρησιμοποιείται στην κατασκευή καπέλων
  3. (κατ’ επέκτ.) οποιαδήποτε μάζα από ομοειδή ή ετερόκλητα στοιχεία.

Ετυμολογία

< αρχ. πίλημα < πιλέω [= συμπιέζω το μαλλί, το στουμπώνω] < πῖλος [= έριο ή μαλλί που συμπιέστηκε για να κατασκευαστεί το πίλημα, χρησιμοποιούνταν ως εσωτερική επένδυση στις περικεφαλαίες, σε Όμηρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πίλημα», σ. 663. https://navalhistory.gr/lexiko/πιλημα/