πόλος
ο, ουσ.
- καθένα από τα δύο άκρα του πραγματικού ή νοητού άξονα, γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η Γη ή κάποιο άλλο σφαιρικό σώμα
- καθεμία από τις δύο ακραίες περιοχές της ηλεκτρικής μπαταρίας, στήλης, γεννήτριας, μαγνήτη ή αγωγού, που παρουσιάζουν αντίθετο ηλεκτρικό ή μαγνητικό φορτίο
- (μαθημ.) σημείο που κατέχει μια εξαιρετική θέση ή που έχει μια ιδιαίτερη σημασία, ιδιότητα κ.λπ.
- (μτφ.) οτιδήποτε εμφανίζεται εκ διαμέτρου αντίθετο με κάτι άλλο, 4. (φρ.) (μτφ.) «πόλος έλξεως», σημείο ενδιαφέροντος ή πρόσωπο που τυγχάνει της προσοχής ακροατηρίου, «βόρειος ή νότιος ουράνιος πόλος», τα δύο νοητά σημεία στα οποία ο άξονας περιστροφής της Γης, εκτεινόμενος απεριόριστα, τέμνει την Ουράνια σφαίρα.
Ετυμολογία
< αρχ. ρ. πέλω, -ομαι [= κινούμαι, περιστρέφομαι – υπάρχω].
Παράγωγα
πολικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πόλος», σ. 682. https://navalhistory.gr/lexiko/πολοσ/