πλεξιγκλάς
το, άκλ. ουσ.
- (χημ.) [εμπορική ονομασία] διαφανής πλαστική ύλη, με εξαιρετική αντοχή στις καιρικές μεταβολές και στις ασκούμενες πιέσεις, κατάλληλο για παρμπρίζ αεροσκαφών, σκαφών και οχημάτων, για πινακίδες και έπιπλα
- (οικον.) εμπορική ονομασία του πλαστικού γυαλιού.
Ετυμολογία
< αγγλ. plexiglas < plexi- (< λατ. plexus [= πλεκτός], μτχ. του ρ. plecto [= πλέκω]) + glas [= γυαλί].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλεξιγκλάς», σ. 671. https://navalhistory.gr/lexiko/πλεξιγκλασ/