navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πιστώνω

πιστώνω

ρ. [μετβ.]

(οικον.) α) προσφέρω πίστωση σε κάποιον, β) καταγράφω σε λογιστικό βιβλίο τα ποσά που δίνονται ως πίστωση σε κάποιον, αντών. χρεώνω.

Ετυμολογία

< αρχ. πιστ(ῶ) -ώνω [= δίνω διαβεβαίωση, εγγυώμαι] < πιστός.

Παράγωγα

πιστωτικός.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πιστώνω», σ. 666. https://navalhistory.gr/lexiko/πιστωνω/