πρέμιο
το, ουσ.
(οικον.) α) πρόσθετη έκτακτη αμοιβή, τα πρέμια, β) το ποσό που πληρώνει ο ασφαλισμένος στον ασφαλιστή.
Ετυμολογία
< αγγλ. premium < λατιν. praemium [= βραβείο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρέμιο», σ. 696. https://navalhistory.gr/lexiko/πρεμιο/