navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλεμάτι

πλεμάτι

το, ουσ. [λαϊκότροπο]

  1. οτιδήποτε που έχει κατασκευαστεί με πλέξιμο, όπως, το δίχτυ, ο σάκος, η τσάντα
  2. (ειδικότ.) α) κάθε δικτυωτός σάκος, β) δίχτυ για ψάρεμα, συνών. απόχη.

Ετυμολογία

< αρχ. πλεγμάτιον, υποκ. πλέγμα < πλέκω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλεμάτι», σ. 671. https://navalhistory.gr/lexiko/πλεματι/