πράξη
η, ουσ.
- οτιδήποτε κάνει κάποιος, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πράττω, συνών. κάμωμα
- η υλοποίηση ενός σχεδίου, μιας ιδέας
- (οικον.) εμπορική ή χρηματιστηριακή συναλλαγή, δοσοληψία, αγοραπωλησία
- η ερωτική επαφή, η συνουσία
- καταχώρηση ενέργειας σε επίσημο βιβλίο
- (μαθημ.) τρόπος υπολογισμού
- διοικητική ενέργεια
- (θέατρ.) αυτοτελές μέρος θεατρικού έργου.
Ετυμολογία
< αρχ. πρᾶξις.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πράξη», σ. 696. https://navalhistory.gr/lexiko/πραξη/