navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πριμάζ

πριμάζ

το, άκλ. ουσ.

(οικον.) α) όρος φορτωτικών εγγράφων σε ναυτεμπορικές συμφωνίες, β) η αμοιβή του πλοιάρχου.

Ετυμολογία

< γαλλ. primage, ή

ή < αγγλ. primage.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πριμάζ», σ. 697. https://navalhistory.gr/lexiko/πριμαζ/