navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλεξιά

πλεξιά

η, ουσ.

  1. το πλέξιμο
  2. προωθητική κίνηση κολυμβητή.

Ετυμολογία

< πλέγω [= επιπλέω, κολυμπώ] + [κατάλ.] -ιά.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλεξιά», σ. 672. https://navalhistory.gr/lexiko/πλεξια/