πλοκάμι
το, ουσ.
- (ιχθυολ.) το πόδι (ο βραχίονας) των μαλακίων, του καλαμαριού, της σουπιάς, αλλά κυρίως του χταποδιού
- πλεξούδα μαλλιών, η κοτσίδα
- (μτφ.) [πληθ.] τα πλοκάμια, επικίνδυνος μηχανισμός παγίδευσης του ατόμου
- (εργαλ.) το καθένα από τα νήματα του παραγαδιού (αλλιώς: παράμαλλο) ή του πολυάγκιστρου.
Ετυμολογία
< αρχ. πλόκαμος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλοκάμι», σ. 677. https://navalhistory.gr/lexiko/πλοκαμι/