navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλοκάμι

πλοκάμι

το, ουσ.

  1. (ιχθυολ.) το πόδι (ο βραχίονας) των μαλακίων, του καλαμαριού, της σουπιάς, αλλά κυρίως του χταποδιού
  2. πλεξούδα μαλλιών, η κοτσίδα
  3. (μτφ.) [πληθ.] τα πλοκάμια, επικίνδυνος μηχανισμός παγίδευσης του ατόμου
  4. (εργαλ.) το καθένα από τα νήματα του παραγαδιού (αλλιώς: παράμαλλο) ή του πολυάγκιστρου.

Ετυμολογία

< αρχ. πλόκαμος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλοκάμι», σ. 677. https://navalhistory.gr/lexiko/πλοκαμι/