περίβλημα
το, ουσ.
- οτιδήποτε σκεπάζει ένα σώμα εξ ολοκλήρου, από όλες του τις πλευρές, συνών. περικάλυμμα, (φρ.) «περίβλημα δερμάτινο / χάρτινο / πολυτελές / πρόχειρο / προστατευτικό / λεπτό / άθραυστο / φυτικό / τεχνητό / μονωτικό»,
- (τεχνολ.) είδος επένδυσης που τοποθετείται γύρω από θερμαινόμενο σώμα, (φρ.) «μεταλλικό / ξύλινο / ανοξείδωτο / περίβλημα»,
- (μτφ.) αυτό που γίνεται αντιληπτό μόνο επιφανειακά και όχι στην ουσία του θέματος
- (ενδυμ.) ότι σκεπάζει το ανθρώπινο σώμα, ρούχο, φόρεμα, ένδυμα.
Ετυμολογία
< αρχ. περίβλημα [= φόρεμα] < περιβάλλω, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. enveloppe, revêtement.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περίβλημα», σ. 651. https://navalhistory.gr/lexiko/περιβλημα/