navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πικροκυματούσα

πικροκυματούσα

η, ουσ.

(μτφ.) χαρακτηρισμός της θάλασσας που δικαιολογείται για τις δυσκολίες αλλά και τις ολέθριες καταστάσεις που προκύπτουν εξαιτίας του ισχυρού κυματισμού και του υψηλού δείκτη επικινδυνότητας ναυτικής ζωής για τα πληρώματα των σκαφών και κατ’ επέκταση και για τις οικογένειές τους.

Ετυμολογία

< πικρό(ς) + κυματούσα < κύμα. Όλες οι μάνες κλαίγανε κι όλες παρηγοριούνται, / μα μια μανούλα ενού παιδιού παρηγοριά δεν έχει. / Βάνει τις πέτρες στην ποδιά, τα τρόχαλα στον κόρφο, πετροβολάει τη θάλασσα και τροχαλάει το κύμα. «Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα, / πο’ ’πνιξες το παιδάκι μου, π’ άλλο παιδί δεν έχω». «Δε φταίω η δόλια θάλασσα, δε φταίω εγώ το κύμα, μόν’ φταίει ο πρωτομάστορας που φτιάνει τα καράβια».

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πικροκυματούσα», σ. 663. https://navalhistory.gr/lexiko/πικροκυματουσα/