navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πετρέλαιο

πετρέλαιο

το, ουσ.

(χημ.) μείγμα υδρογονανθράκων, κατάλληλο, μετά από επεξεργασία, για καύσιμη ύλη, ως φωτιστικό μέσο, πρώτη ύλη για πολλά βιομηχανικά προϊόντα, συνών. ορυκτέλαιο, πετρόλαδο, μαζούτ, (φρ.) «πετρέλαιο θέρμανσης / κίνησης / ακάθαρτο / φωτιστικό / αργό», «διυλιστήριο / αντλία / δεξαμενή / εγκατάσταση / καθαριστήριο / κινητήρας / αγορά / προμήθεια / διανομή / πρόσθετα / προϊόντα / παράγωγα / εξόρυξη / διύλιση / λεβητοστάσιο / τιμή / εταιρεία / λιπαντικά / μονοπώλια πετρελαίου κ.ά.».

Ετυμολογία

< πέτρ(α) + έλαιον, αγγλ. petroleum.

Παράγωγα

πετρελαϊκός.

Σύνθετα

πετροχημεία, πετροχημικός, πετρελαιαγωγός, πετρελαιαποθήκη, πετρελαιοειδή, πετρελαιοκινητήρας, πετρελαιοκίνητος, πετρελαιολέβητας, πετρελαιομηχανή, πετρελαιοπαραγωγή, πετρελαιοπαραγωγός, πετρελαιοπηγή, πετρελαιόπισσα, πετρελαιοσάπωνας, πετρελαιοφόρος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πετρέλαιο», σ. 658. https://navalhistory.gr/lexiko/πετρελαιο/