ορυκτέλαιο
το, ουσ.
(χημ.) λιπαντικό λάδι που παράγεται από την κλασματική απόσταξη του πετρελαίου και χρησιμοποιείται ως λιπαντικό στη βιομηχανία.
Ετυμολογία
< ορυκτ(όν) + έλαιον, μτφρδ. από την αγγλ. mineral oil.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορυκτέλαιο», σ. 614. https://navalhistory.gr/lexiko/ορυκτελαιο/