navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλύση

πλύση

η, ουσ.

  1. (γενικότ.) το καθάρισμα με νερό
  2. (ειδικότ.) το καθάρισμα ρούχων με σαπούνι ή απορρυπαντικό, η μπουγάδα
  3. (ιατρ.) α) η απολύμανση πληγών με αντισηπτικό, β) το καθάρισμα του στομάχου από επιβλαβείς ουσίες με τη βοήθεια αντιεμετικών
  4. (χημ.) ο καθαρισμός ορυκτών, υφαντικών υλών κ.λπ.
  5. (φρ.) «πλύση εγκεφάλου», στοχευόμενη επέμβαση, από πολιτικά ή επιχειρηματικά κέντρα, με σκοπό τον επηρεασμό της προσωπικότητας του ατόμου προς όφελος των δικών τους συμφερόντων.

Ετυμολογία

< αρχ. πλύ(σις) -ση < πλύνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλύση», σ. 678. https://navalhistory.gr/lexiko/πλυση/