πλύση
η, ουσ.
- (γενικότ.) το καθάρισμα με νερό
- (ειδικότ.) το καθάρισμα ρούχων με σαπούνι ή απορρυπαντικό, η μπουγάδα
- (ιατρ.) α) η απολύμανση πληγών με αντισηπτικό, β) το καθάρισμα του στομάχου από επιβλαβείς ουσίες με τη βοήθεια αντιεμετικών
- (χημ.) ο καθαρισμός ορυκτών, υφαντικών υλών κ.λπ.
- (φρ.) «πλύση εγκεφάλου», στοχευόμενη επέμβαση, από πολιτικά ή επιχειρηματικά κέντρα, με σκοπό τον επηρεασμό της προσωπικότητας του ατόμου προς όφελος των δικών τους συμφερόντων.
Ετυμολογία
< αρχ. πλύ(σις) -ση < πλύνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλύση», σ. 678. https://navalhistory.gr/lexiko/πλυση/