navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οξύτητα

οξύτητα

η, ουσ.

  1. το να είναι κάτι μυτερό
  2. (μτφ.) η μεγάλη ένταση που προκαλείται από κάποια ενέργεια
  3. (χημ.) η παρουσία οξέος σε διάλυμα.

Ετυμολογία

< αρχ. ὀξύτης < ὀξύς [= 1. μυτερός, 2. με έντονη γεύση, ξινός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οξύτητα», σ. 607. https://navalhistory.gr/lexiko/οξυτητα/