οξύτητα
η, ουσ.
- το να είναι κάτι μυτερό
- (μτφ.) η μεγάλη ένταση που προκαλείται από κάποια ενέργεια
- (χημ.) η παρουσία οξέος σε διάλυμα.
Ετυμολογία
< αρχ. ὀξύτης < ὀξύς [= 1. μυτερός, 2. με έντονη γεύση, ξινός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οξύτητα», σ. 607. https://navalhistory.gr/lexiko/οξυτητα/