navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πετρόλαδο

πετρόλαδο

το, ουσ.

δες συνών. πετρέλαιο.

Ετυμολογία

< πέτρα + λάδ(ι) -ο-.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πετρόλαδο», σ. 659. https://navalhistory.gr/lexiko/πετρολαδο/