πίσσα
η, ουσ.
- (χημ.) παχύρρευστο μαύρο προϊόν που παράγεται από την ξηρή απόσταξη διαφόρων οργανικών ουσιών όπως, ξύλου, λιγνίτη ή λιθάνθρακα, και χρησιμοποιείται ως μονωτικό υλικό, στην επίστρωση δρόμων και στην χημική βιομηχανία, συνών. λιθανθρακόπισσα, κατράμι αλλά και κατράνι
- βλαβερό κατάλοιπο του τσιγάρου
- (μτφ.-ως επίθ.) αυτός που είναι σκούρος, κατάμαυρος.
Ετυμολογία
< αρχ. πίσσα.
Σύνθετα
πισσάνθρακας, πισσόκαπνος, πισσοκάμινος, πισσοειδής, πισσάσφαλτος, πισσοκονίαση, πισσόστρωση, πισσουργείο, πισσουργός, πισσόχαρτο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πίσσα», σσ. 665-666. https://navalhistory.gr/lexiko/πισσα/