navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πίσσα

πίσσα

η, ουσ.

  1. (χημ.) παχύρρευστο μαύρο προϊόν που παράγεται από την ξηρή απόσταξη διαφόρων οργανικών ουσιών όπως, ξύλου, λιγνίτη ή λιθάνθρακα, και χρησιμοποιείται ως μονωτικό υλικό, στην επίστρωση δρόμων και στην χημική βιομηχανία, συνών. λιθανθρακόπισσα, κατράμι αλλά και κατράνι
  2. βλαβερό κατάλοιπο του τσιγάρου
  3. (μτφ.-ως επίθ.) αυτός που είναι σκούρος, κατάμαυρος.

Ετυμολογία

< αρχ. πίσσα.

Σύνθετα

πισσάνθρακας, πισσόκαπνος, πισσοκάμινος, πισσοειδής, πισσάσφαλτος, πισσοκονίαση, πισσόστρωση, πισσουργείο, πισσουργός, πισσόχαρτο.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πίσσα», σσ. 665-666. https://navalhistory.gr/lexiko/πισσα/