πετρελαιοειδή
τα, ουσ. [χωρίς ενικό]
διάφορα [προϊόντα] υγρά καύσιμα που παράγονται από το αργό πετρέλαιο, όπως η βενζίνη, το φωτιστικό ή ακάθαρτο πετρέλαιο, η κηροζίνη, το ελαφρύ ή βαρύ μαζούτ, κάθε είδος ασφάλτου καθώς επίσης και το υγραέριο (Νόμος περί Πετρελαιοειδών 23/1986).
Ετυμολογία
< πετρελαιο- + -ειδή, ουδ. πληθ. του -ειδής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πετρελαιοειδή», σ. 658. https://navalhistory.gr/lexiko/πετρελαιοειδη/