ντόκος2
ο, ουσ.
(ενδυμ.) είδος λευκού υφάσματος.
Ετυμολογία
<
ή τουρκ. doku [= ιστός], ή
ή [πιθανότερη εκδοχή] αγγλ. dοck < ολλανδ. docke [= ύφασμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντόκος2», σ. 585. https://navalhistory.gr/lexiko/ντοκοσ2/