ορτσάρισμα
το, ουσ.
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ορτσάρω [δες λ.].
Ετυμολογία
< ορτσάρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορτσάρισμα», σ. 613. https://navalhistory.gr/lexiko/ορτσαρισμα/