οργανόγραμμα
το, ουσ.
γραφική παράσταση που καθρεφτίζει τη λειτουργική δομή ενός οργανισμού, μιας επιχείρησης, μιας υπηρεσίας κ.λπ.
Ετυμολογία
< όργανο + γραμμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οργανόγραμμα», σ. 610. https://navalhistory.gr/lexiko/οργανογραμμα/