όρεγκον
το, άκλ.
(φυτολ.) ακριβό είδος ξύλου, μέτριας σκληρότητας, κατάλληλο για την κατασκευή πορτοπαράθυρων, πατωμάτων, λεπτοξυλουργικών και ναυπηγικών κατασκευών, ιδανικότερο στην κάλυψη καταστρώματος.
Ετυμολογία
< αγγλ. oregon < *Oregon, τοπωνύμιο των Η.Π.Α.
Τοπωνυμιο
Όρεγκον, πολιτεία των ΗΠΑ με έκταση 254.799 τ.χλμ. και πληθυσμό περίπου 4,5 εκατομμ. κατοίκων. Πρωτεύουσά της το Salem, σπουδαίο λιμάνι της το Πόρτλαντ. Η οικονομία της στηρίζεται σε αγροτικά, κτηνοτροφικά και δασικά προϊόντα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όρεγκον», σ. 610. https://navalhistory.gr/lexiko/ορεγκον/