οξύ
το, [γεν. οξέος, πληθ. οξέα, γεν. οξέων]
(χημ.) χημική ένωση που περιέχει ένα ή περισσότερα άτομα υδρογόνου, τα οποία, όταν διαλυθούν στο νερό, αυξάνουν την συγκέντρωση των υδρογονοκατιόντων (Η+), (φρ.) «ανόργανα και οργανικά οξέα», «θειικό (H2SO4) / νιτρικό (ΗΝΟ3) / μυρμηκικό ή μεθανικό (HCOOH) / υδροχλωρικό (HCl) / αιθανικό ή οξικό (CH3COOH) / οξαλικό (C2H2O4) / φωσφορικό (H3PO4)οξύ κ.ά.».
Ετυμολογία
< ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του αρχ. επιθ. ὀξύς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οξύ», σσ. 605-606. https://navalhistory.gr/lexiko/οξυ/