οξιά
η, ουσ.

(φυτολ.) φυλλοβόλο δέντρο μεγάλου ύψους, έως και 35 μ., σκληρό και βαρύ, φύεται σε ορεινές περιοχές της πατρίδας μας αλλά και σε άλλα μέρη της Ευρώπης, της Ασίας και της Β. Αμερικής, εξαιρετικό υλικό στην επιπλοποιία ενώ στη ναυπηγική ελάχιστα χρησιμοποιούμενο λόγω της μικρής διάρκειας ζωής του στο θαλάσσιο περιβάλλον, παλαιότερα αξιοποιήσιμο στην κατασκευή καταρτιών.
Ετυμολογία
< μτγν. ὀξέα < αρχ. ὀξύα ή ὀξύη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οξιά», σ. 605. https://navalhistory.gr/lexiko/οξια/