οκτάνιο
το, ουσ.
(χημ.) α) αλκάνιο, δηλ. άκυκλος κορεσμένος υδρογονάνθρακας, που στο μόριο του έχει οκτώ άτομα άνθρακα C8H18, β) δείκτης ποιότητας καύσης της βενζίνης.
Ετυμολογία
< γαλλ.-αγγλ. octane, διεθ. oct(a)- [= οκτ(α)-] + -ane [= -άνιον].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οκτάνιο», σ. 599. https://navalhistory.gr/lexiko/οκτανιο/