navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οινόπνευμα

οινόπνευμα

το, ουσ.

  1. (χημ.) άχρωμο, πτητικό υγρό που παράγεται από την απόσταξη του κρασιού και χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό ή ως βασικό προϊόν στην παρασκευή φαρμάκων και καλλυντικών, συνών. αλκοόλ, σπίρτο, αιθανόλη, αιθυλική αλκοόλη
  2. (ποτ.) κάθε αλκοολούχο ποτό.

Ετυμολογία

< οἰνόπνευμα < αρχ. οἶνος + πνεῦμα [< πνέω], η λέξη μαρτυρείται από το 1815, απόδοση στα ελληνικά του γαλλ. esprit de vin [= το πνεύμα του οίνου].

Σύνθετα

οινοπνευματίαση, οινοπνευματικός, οινοπνευμάτωση, οινοπνευματομέτρηση, οινοπνευματομετρία, οινοπνευματομετρητής, οινοπνευματόμετρο, οινοπνευματοποιείο, οινοπνευματοποιήσιμος, οινοπνευματοποιία, οινοπνευματοποιός, οινοπνευματούχος, οινοπνευματώδης, οινοπνευματοπωλείο, οινοπνευματοπώλης.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οινόπνευμα», σ. 599. https://navalhistory.gr/lexiko/οινοπνευμα/