οξ(ε)ίδιο
το, ουσ.
(χημ.) κάθε ένωση του οξυγόνου με άλλο στοιχείο ή με ρίζα, που είναι προϊόν οξειδώσεως, (φρ.) «οξείδιο του μολύβδου (δηλ. το μίνιο) / του σιδήρου / του ψευδαργύρου / του καλίου / του μαγνησίου / του ζιρκονίου / του χαλκού / του αιθυλενίου / του αλουμινίου / του γαλλίου κ.ά.».
Ετυμολογία
< (αντιδάνειο) < αγγλ. oxide και γαλλ. oxyde < αρχ. επιθ. ὀξύς < ὄξος, -εος, [= ξινισμένο κρασί, ξίδι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οξ(ε)ίδιο», σ. 605. https://navalhistory.gr/lexiko/οξειδιο/