οκτάεδρο
το, ουσ.

(γεωμ.) το στερεό [το πολύεδρο] εκείνο σώμα που έχει οκτώ έδρες. «κανονικό οκτάεδρο».
Ετυμολογία
< αρχ. ὀκτάς, -άδος < [αρχ. αριθμητικό] ὀκτώ + ἕδρα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οκτάεδρο», σ. 599. https://navalhistory.gr/lexiko/οκταεδρο/