ξένο(ν)
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- Χημεία
- από το 1898
(χημ.) σπάνιο αμέταλλο στοιχείο που ανήκει στα ευγενή αέρια και έχει χημικό του σύμβολο το Xe.
Ετυμολογία
< γαλλ. xénon, < ουδ. του αρχ. επιθ. ξένος με τη σημασία του παράξενου, του περίεργου. Η λ. μαρτυρείται από το 1898.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξένο(ν)», σ. 590. https://navalhistory.gr/lexiko/ξενον/