οίκος
ο, ουσ.
- κατοικία, σπίτι
- χαρακτηρισμός της οικογενειακής καταγωγής ή της ταξικής προέλευσης προσώπου, (φρ.) «Οίκος της Ιβρέας ή των Ανσκαριδών / των Αψβούργων / των Τυδώρ / των Ρομανώφ / των Κηρύκων», «ευγενές / βασιλικός / αυτοκρατορικός οίκος»,
- ίδρυμα ιδίως κοινωφελούς χαρακτήρα, π.χ. (φρ.) «Οίκος του Ναύτη», παλαιότερο ίδρυμα κοινωνικής προστασίας ναυτικών [έως το 2012] το οποίο παρείχε σ’ αυτούς και τις οικογένειές τους ιατρική, φαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη
- (φρ.) «οίκος ανοχής», «οίκος ευγηρίας», «Λευκός Οίκος», «εκδοτικός / εμπορικός οίκος».
Ετυμολογία
< αρχ. οἶκος.
Σύνθετα
άποικος, δουλοπάροικος, ένοικος, έποικος, κάτοικος, μέτοικος, νεώσοικος, πάροικος, περίοικος, συγκάτοικος, οικογένεια, οικοδεσπότης, οικοδίαιτος, οικοδιδάσκαλος, οικοδομή, οικοδόμος, οικοκυρά, νοικοκυρά, οικολογία, οικονομία, οικόσημο, οικοσκευή, οικότοπος, οικοτροφείο, οικοσύστημα, οικοτουρισμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οίκος», σσ. 598-599. https://navalhistory.gr/lexiko/οικοσ/