ντίζελ
το, άκλ. ουσ.

[παλαιότερη γραφή: ντήζελ]
- (τεχνολ.) μηχανή εσωτερικής καύσης
- (συνεκδ.) ειδικό κλασματικό απόσταγμα του πετρελαίου κατάλληλο ως καύσιμο υλικό.
Ετυμολογία
< γερμ. Diesel (από το όνομα του μηχανικού και εφευρέτη * Rudolf Christian Karl Diesel).
Σύνθετα
βιοντίζελ, πετροντίζελ. ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ρούντολφ Κρίστιαν Καρλ Ντίζελ (1858 - 1913), Γερμανός μηχανικός, εφευρέτης του κινητήρα που φέρει το όνομά του και πολλών άλλων ευρεσιτεχνιών και επιστημονικών εργασιών. Άγνωστες έχουν σταθεί οι συνθήκες θανάτου του.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντίζελ», σ. 584. https://navalhistory.gr/lexiko/ντιζελ/