βόρειος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που προέρχεται από βόρειες χώρες ή αυτός που βρίσκεται στο βορρά ή είναι στραμμένος προς το βορρά, συνών. βορινός, βοριανός, αρκτικός, αρκτώος, (φρ.) «βόρειος άνεμος [η τραμουντάνα] / Ατλαντικός / μαγνητικός πόλος / Παγωμένος Ωκεανός / πόλος», «βόρεια θάλασσα [North Sea] / θαλάσσια ρεύματα / πολική απόσταση [polar distance]», «βόρειο σέλας [northern lights] / ημισφαίριο / γεωγραφικό πλάτος [latitude]».
Ετυμολογία
δες βορράς.
Επιρρήματα
βόρεια και βορείως [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βόρειος», σ. 162. https://navalhistory.gr/lexiko/βορειοσ/