navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νότος

νότος

ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. ένα από τα τέσσερα σημεία [S] του ορίζοντα
  2. (μετεωρ.) άνεμος προερχόμενος από το νότο, συνών. νοτιάς, όστρια, νότιος
  3. [ως κύρ. όν.:] α) (μυθολ.) ο *Νότος, προσωποποίηση του νότιου άνεμου, β) το σύνολο των χωρών της νότιας Ευρώπης που παρουσιάζει μέτρια οικονομική ανάπτυξη σε αντιδιαστολή με τις χώρες του ανεπτυγμένου βιομηχανικά Βορρά.

Ετυμολογία

< αρχ. νότος.

Παράγωγα

νοτερός, νοτίζω, νοτινός, νότιος, νοτώδης, νοτιαίος, νοτιάς. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Νότος, θεός του Νότιου ανέμου, γιος του Αστραίου και της Ηούς [= Αυγή].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νότος», σ. 582. https://navalhistory.gr/lexiko/νοτοσ/