μπικίνι
το, ουσ.
(ενδυμ.) γυναικείο μαγιό αποτελούμενο από δύο κομμάτια, συνών. [μτγν.] λουτρίς [αιτ. λουτρίδα].
Ετυμολογία
< γαλλ. bikini < τοπωνύμιο: Bikini, ατόλη στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο Γαλλοελβετός μηχανικός αυτοκινήτων και σχεδιαστής ρούχων, Louis Réard (1897-1984), το παρουσίασε σε επίδειξη μόδας 4 ημέρες μετά την πυρηνική δοκιμή των ΗΠΑ το 1946 στο παραπάνω νησί των Νησιών Μάρσαλ, ταυτίζοντας το περιστατικό με την γυναικεία απελευθέρωση και την ανάδειξη της γυναικείας ομορφιάς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπικίνι», σ. 548. https://navalhistory.gr/lexiko/μπικινι/