μπουρνούζι
το, ουσ. [γεν. μπουρνουζ-ιού, - ιών]
(ενδυμ.) α) μακριά μάλλινη αραβική χλαμύδα, β) μακριά ρόμπα μπάνιου, στεγνοφόρι, λουτρομανδύας.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < τουρκ. bornoz και bornuz < αραβ. burnūs (al bornoz: αφρικανική στρατιωτική χλαμύδα με κουκούλα) < μτγν. βίρρος [= είδος μανδύα] < λατιν. birrus < κελτικής προέλευσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπουρνούζι», σ. 553. https://navalhistory.gr/lexiko/μπουρνουζι/