νέφτι
το, ουσ. [γεν. νεφτ-ιού, χωρίς γεν. πληθ.]
(χημ.) αιθέριο έλαιο που παράγεται από την απόσταξη της τερεβινθίνης [ρητίνη του πεύκου ή του τερέβινθου] και χρησιμοποιείται ως διαλυτικό στη χρωματουργία, συνών. νάφτα.
Ετυμολογία
< τουρκ. neft < περσ. naft.
Σύνθετα
τερεβινθέλαιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νέφτι», σ. 573. https://navalhistory.gr/lexiko/νεφτι/