navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μέτρο

μέτρο

το, ουσ.

μέτρο, εικόνα από το έντυπο
  1. (γενικότ.) κάθε μονάδα μέτρησης, όπως: του μήκους, της επιφάνειας, του όγκου, της έντασης, του βάρους, της θερμοκρασίας
  2. (μαθημ.) μονάδα μήκους του δεκαδικού μετρικού συστήματος
  3. (εργαλ.) όργανο κατάλληλο για τη μέτρηση μηκών
  4. (μουσ.) α) μονάδα ρυθμού σε μουσική σύνθεση, β) βήμα ή κίνηση που κάνει ο χορευτής στο ρυθμό της μουσικής σύνθεσης
  5. (μετρ.) η εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών στην σύγχρονη στιχουργική ή μακρών και βραχειών στην αρχαία και βυζαντινή ποίηση, (φρ.) «τροχαϊκό / δακτυλικό / ιαμβικό / ιωνικό / ανακρεόντειο / βάκχειο / αναπαιστικό μέτρο κ.ά.»
  6. (πληθ.) τα μέτρα, [δες λ.]
  7. (φρ.) «κυβικό μέτρο», μονάδα μέτρησης όγκου, «τετραγωνικό μέτρο», μονάδα μέτρησης επιφανειών.

Ετυμολογία

< αρχ. μέτρον.

Σύνθετα

μετρογραφία, μετρολογία, μετρολογικός, μετρολόγος, μετρονομία, μετρονομικός, μετρονόμος, μετροταινία, μετροφωτογραφία, πικόμετρο 10- 12, νανόμετρο, μικρόμετρο, χιλιοστόμετρο, εκατοστόμετρο, δεκατόμετρο, χιλιόμετρο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μέτρο», σ. 521. https://navalhistory.gr/lexiko/μετρο/