μέτρο
το, ουσ.

- (γενικότ.) κάθε μονάδα μέτρησης, όπως: του μήκους, της επιφάνειας, του όγκου, της έντασης, του βάρους, της θερμοκρασίας
- (μαθημ.) μονάδα μήκους του δεκαδικού μετρικού συστήματος
- (εργαλ.) όργανο κατάλληλο για τη μέτρηση μηκών
- (μουσ.) α) μονάδα ρυθμού σε μουσική σύνθεση, β) βήμα ή κίνηση που κάνει ο χορευτής στο ρυθμό της μουσικής σύνθεσης
- (μετρ.) η εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών στην σύγχρονη στιχουργική ή μακρών και βραχειών στην αρχαία και βυζαντινή ποίηση, (φρ.) «τροχαϊκό / δακτυλικό / ιαμβικό / ιωνικό / ανακρεόντειο / βάκχειο / αναπαιστικό μέτρο κ.ά.»
- (πληθ.) τα μέτρα, [δες λ.]
- (φρ.) «κυβικό μέτρο», μονάδα μέτρησης όγκου, «τετραγωνικό μέτρο», μονάδα μέτρησης επιφανειών.
Ετυμολογία
< αρχ. μέτρον.
Σύνθετα
μετρογραφία, μετρολογία, μετρολογικός, μετρολόγος, μετρονομία, μετρονομικός, μετρονόμος, μετροταινία, μετροφωτογραφία, πικόμετρο 10- 12, νανόμετρο, μικρόμετρο, χιλιοστόμετρο, εκατοστόμετρο, δεκατόμετρο, χιλιόμετρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μέτρο», σ. 521. https://navalhistory.gr/lexiko/μετρο/