(μ)πομπέ
άκλ.
αυτός που είναι ημισφαιρικός ή γενικά κυρτός.
Ετυμολογία
< γαλλ. bombé.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(μ)πομπέ», σ. 549. https://navalhistory.gr/lexiko/μπομπε/
Λεξικό της Θάλασσας › Μ › (μ)πομπέ
άκλ.
αυτός που είναι ημισφαιρικός ή γενικά κυρτός.
< γαλλ. bombé.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(μ)πομπέ», σ. 549. https://navalhistory.gr/lexiko/μπομπε/