όργανο
το, ουσ.
- κάθε φυσικό ή τεχνητό μέσο που χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση κάποιου σκοπού ή για την παραγωγή έργου, συνών. σύνεργο, εργαλείο, (φρ.) «όργανο ακριβείας / αυτογραφικό / κατοπτρικό [=είδος τηλεσκοπίου] / περιχαράκωσης [= εργαλείο του μηχανικού, φτυάρι, γκασμάς κ.λπ.]»,
- μέρος του σώματος κάποιου ζωντανού οργανισμού που εκτελεί συγκεκριμένη λειτουργία, σπλάχνο
- (μουσ.) α) ειδικό αντικείμενο για παραγωγή ήχου, β) πνευστό μουσικό κατασκεύασμα, είδος συνήθως εκκλησιαστικό, μεγάλων διαστάσεων, αξιοποιήσιμο στην καθολική λειτουργία
- (στρατ.) πυροβόλο είδος του 16ου και 17ου αι. που κατασκευαστικά έμοιαζε με το εκκλησιαστικό μουσικό όργανο
- (μτφ.) α) άβουλο πρόσωπο που υπηρετεί τα σχέδια και τους σκοπούς κάποιου άλλου, β) μέλος κρατικής υπηρεσίας, γ) περιοδική έντυπη έκδοση στην υπηρεσία κάποιου κόμματος, οργάνωσης κ.λπ.
Ετυμολογία
< αρχ. ὄργανον.
Παράγωγα
οργανικός, οργανώνω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όργανο», σ. 610. https://navalhistory.gr/lexiko/οργανο/