navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › όργανο

όργανο

το, ουσ.

  1. κάθε φυσικό ή τεχνητό μέσο που χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση κάποιου σκοπού ή για την παραγωγή έργου, συνών. σύνεργο, εργαλείο, (φρ.) «όργανο ακριβείας / αυτογραφικό / κατοπτρικό [=είδος τηλεσκοπίου] / περιχαράκωσης [= εργαλείο του μηχανικού, φτυάρι, γκασμάς κ.λπ.]»,
  2. μέρος του σώματος κάποιου ζωντανού οργανισμού που εκτελεί συγκεκριμένη λειτουργία, σπλάχνο
  3. (μουσ.) α) ειδικό αντικείμενο για παραγωγή ήχου, β) πνευστό μουσικό κατασκεύασμα, είδος συνήθως εκκλησιαστικό, μεγάλων διαστάσεων, αξιοποιήσιμο στην καθολική λειτουργία
  4. (στρατ.) πυροβόλο είδος του 16ου και 17ου αι. που κατασκευαστικά έμοιαζε με το εκκλησιαστικό μουσικό όργανο
  5. (μτφ.) α) άβουλο πρόσωπο που υπηρετεί τα σχέδια και τους σκοπούς κάποιου άλλου, β) μέλος κρατικής υπηρεσίας, γ) περιοδική έντυπη έκδοση στην υπηρεσία κάποιου κόμματος, οργάνωσης κ.λπ.

Ετυμολογία

< αρχ. ὄργανον.

Παράγωγα

οργανικός, οργανώνω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όργανο», σ. 610. https://navalhistory.gr/lexiko/οργανο/