μικρόμετρο
το, ουσ.
(τεχνολ.) όργανο για τη μέτρηση μικρών μεγεθών και αποστάσεων, (φρ.) «μικρόμετρο ελατηρίου / καταγραφής / θέσης».
Ετυμολογία
< μικρο- + μέτρο.
Παράγωγα
μικρομετρικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μικρόμετρο», σ. 527. https://navalhistory.gr/lexiko/μικρομετρο/